Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Επιτραπέζια παιχνίδια. Ναυμαχία



Η μεγαλύτερη ναυμαχία όλων των εποχών σχεδιάστηκε για να πραγματοποιηθεί στο μπαλκόνι του παππού ένα ανοιξιάτικο πρωινό, καταμεσής των ζωηρών χρωμάτων της φύσης που καθρεφτίζονταν στα ηλιοκαμένα κι αλατοδαρμένα πρόσωπα των μοβόρων ναυτικών, στις κουπαστές των πλοίων, σε αντίθεση με τα σκοτεινά κι άχρωμα πρόσωπα όλων των άλλων που καιροφυλακτούσαν στοιβαγμένοι στα αμπάρια για το σινιάλο.
Η ναυτική δύναμη με επικεφαλή τον τρομερό Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον παρέταξε το στόλο από τη μία πλευρά των στενών του Πεζουλιού και αριθμούσε 341 γαλέρες, 42 φρεγάτες και 18 μεταφορικά πλοία ενώ από την άλλη, ο στόλος της πανούργας καπετάνισσας Εγγαρές-Μαρί-Μαρί-Στοχαπεί αριθμούσε 339 γαλέρες, 44 φρεγάτες και 19 μεταφορικά.
Το Τσιγγάνικο αίμα της καπετάνισσας έβραζε και τα μάτια της πετούσανε φλόγες ενώ ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον, δεμένος από το κεντρικό κατάρτι του πλοίου του με το χοντρότερο μάλλινο σχοινί που του είχαν περάσει σφιχτά από γύρω του τα προτωπαλίκαρά του, τραγουδούσε τον ύμνο των πειρατών τον οποίο είχε αποστηθίσει από τους παππούδες του όταν, μωρό στη κούνια, τον έπαιρναν τα βράδια μαζί τους στα καπηλειά κι έπειτα, κοντά στα ξημερώματα, που πήγαιναν να ξεθάψουν τα σεντούκια με τους θησαυρούς για να κυλιστούν μεθυσμένοι ανάμεσά τους τραγουδώντας τον ύμνο των πειρατών με τις βροντερές φωνές που έφταναν έως τα βάθη του άλλου κόσμου.
Κανένας δεν τόλμαγε να ρωτήσει τον λόγο που έβαζε τα πρωτοπαλίκαρά του να τον δέσουν. Ούτε και τα ίδια τα πρωτοπαλίκαρά του. Οι περισσότεροι από αυτούς που γνώριζαν τον λόγο είχανε χαθεί στις μάχες και οι άλλοι τον είχανε ξεχάσει μαζί με όλα όσα ήξεραν, από το πολύ ρούμι -ωκεανούς- που τους είχε κάψει τα μυαλά.
Μόνο ο Γουίλυ ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, όταν απ' τη βάρ-δια του τη βρά-δυνή σκολούσε, αναπολούσε τα παλιά και μαζί με αυτά, ό,τι δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να θυμάται κανένας πια: τότε που με τα ίδια του τα μάτια είχε δει τον καπετάνιο, πριν η μάχη ξεκινήσει, να βουτάει στα μανιασμένα κύματα του ωκεανού με το μαχαίρι του στα δόντια και να κολυμπά μέχρι το στόλο του εχθρού για να τον εξολοθρεύσει μόνος.
Όλοι τότε πίστεψαν πως χάθηκε για πάντα. Μα όταν μετά από χρόνια ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί τον είδε να εμφανίζεται μέσα από την ομίχλη, πίστεψε σε αυτό που κάποιοι ταξιδιώτες είχανε ονομάσει "Θεό". "Αν του ζητήσεις κάτι από τη καρδιά σου θα σου το δώσει" του είχανε πει κι εκείνος γέλασε τρανταχτά πριν τους κόψει τα κεφάλια.
Ένα βράδυ πεσμένος με το κεφάλι ανάμεσα από κάποια βράχια, χωρίς να καταλάβει το πως και το γιατί, ψέλλισε τον πόθο του σε αυτόν που εκείνοι οι ξένοι είχανε ονομάσει "Θεό"! Και πριν προλάβει να βγάλει από μέσα του τη τελευταία σταγόνα ρούμι για να πάει να ξανασυνεχίσει, είδε να ξεπροβάλει μέσα από την ομίχλη ο αγαπημένος του καπετάνιος. "Καπετάνιοοο" πρόλαβε να ξεφωνίσει ξεψυχισμένα πριν ξεραθεί λιπόθυμος στο χώμα...
Όμως μ' αυτά κι αυτά η ώρα είχε περάσει και η μαμά φώναξε από μέσα ότι το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.
"Αααα λίγο ακόμη"... είπε δυσανασχετισμένος ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον.
"Δε προλάβαμε ούτε καν να ξεκινήσουμε με τη φλυαρία που έπιασε τον μπαμπά"... παραπονέθηκε η Εγγαρές-Μαρί-Μαρί-Στοχαπεί. Αλλά η μαμά δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
"Γρήγορα όλοι μέσα. Ο παππούς και η γιαγιά περιμένουν. Συνεχίζετε αργότερα το παιχνίδι και τις ιστορίες σας".
"Ναι καλά"... μουρμούρισε ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον κι άρχισε να μαζεύει τα πιόνια στη ξύλινη κασέλα.
Δείτε το επιτραπέζιο παιχνίδι "Ναυμαχία" στο e-shop του Carousel
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου