Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Διακοσμητικά με στυλ



Δε θα συνηθίσουν ποτέ την ταχύτητα της νέας εποχής.
Ακόμη κι αν μπορούσαν δε θα το έκαναν.
Θα στέκονται στις περίοπτες θέσεις τους και θα αναπολούν τα παλιά σκορπώντας γύρω τους κάτι από την ατμόσφαιρα της εποχής τους.
Βάζοντας σε δεύτερη μοίρα πια τον μεγάλο τους καημό:
αυτό που έδειχναν πως είναι αλλά που δεν ήτανε ποτέ.


Εάν σας άρεσε η ανάρτησή μας θα χαρούμε να τη μοιραστείτε και με τους φίλους σας :)

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Ιδέες για καλοκαιρινές εξερευνήσεις!



Καλοκαιρινές προτάσεις!

Φακός, Πυξίδα, Φακός για το κεφάλι, Τηλεσκόπιο, Τσάντα για τη μεταφορά & άλλα πολλά!
Σας άρεσε η ανάρτηση; Μοιραστείτε την και με τους φίλους σας!
Ευχαριστούμε :)

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Κουβαδάκια, καροτσάκια και άλλα Καλοκαιρινά παιχνίδια



 Τα κουβαδάκια μας και στην παραλία!

(Πού θα πάει.. θα στρώσει κάποτε ο καιρός...)

Μοιραστείτε το και με τους φίλους σας! 
Ευχαριστούμε :)

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Μία πρακτική τσάντα για βόλτες & ταξίδια



Για κοντινά ή μακρινά ταξίδια, με τα πόδια ή με το καρότσι, με το μικρό ή το μεγάλο παιδί, για τα λίγα ή τα περισσότερα...
βολεύει...
και ομορφαίνει.
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Παπουτσάκια αγκαλιάς



Κάποτε, τα Καλοκαίρια
                     με τον ήλιο και τις βόλτες
                                                       και τα ρούχα τα ανάλαφρα...
 Στο e-shop του Carousel
με τις ομπρέλες ξεχασμένες στα συρτάρια και στα ράφια τα ψηλά...
Παπουτσάκια αγκαλιάς στο e-shop του Carousel
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Tinker bell



"Θα κοιταζόμαστε στα μάτια κι όποιος γελάσει πρώτος χάνει" της είχε πει κάποτε ο Πίτερ κι έμειναν ασάλευτοι δίχως να αναπνέουν, την ώρα που ξεπρόβαλε το πρώτο αστέρι στον ουρανό της χώρας του Ποτέ-Ποτέ, το αστέρι που έδινε κάθε φορά το σύνθημα και στα υπόλοιπα για να ξεχυθούν και να γεμίσουν το απέραντο γαλάζιο, την ίδια ώρα που άρχισε να αλλάζει αποχρώσεις ο ουρανός από κόκκινες σε βυσσινί, από βυσσινί σε σε μοβ, από μοβ σε λιλά, μέχρι που η νύχτα επέβαλε το δικό της μαύρο προσφέροντας μοναδικό φόντο στο φως των αστεριών.
Τη νύχτα εκείνη μία ανεξήγητη αγωνία κυρίευσε τον κάπτεν Χουκ. Οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά του ήταν συγκεχυμένες, ακατανόητες. Ο μισητός εχθρός του είχε μαρμαρώσει; Ήταν αλήθεια αυτό; Όχι! Δεν μπορούσε να ανεχθεί κάτι τέτοιο. Ο μόνος λόγος που θα γέμιζε με σιωπή αυτό το αναιδέστατο αγόρι ήταν το τρομερό σπαθί του και τίποτε άλλο! Φώναζε με οργή όπως φωνάζουν οι άγριοι πειρατές, έπιανε άδεια βαρέλια και τα έριχνε στη θάλασσα για να ξεσπάσει τον θυμό του, κλώτσαγε ξύλινους κουβάδες που είχαν ξεχαστεί στο κατάστρωμα του πλοίου κι απειλούσε Θεούς και δαίμονες θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να κρύψει τον φόβο και την απέραντη μοναξιά που άρχισε να απλώνεται μέσα του.
"Όχι βρομόπαιδο... δε μπορείς να μου το κάνεις αυτό" ήθελε να ουρλιάξει στο ασάλευτο πρόσωπο του αγοριού κι έβαλε τους καλύτερους ναυτικούς να τραβήξουν κουπί για να φτάσει όσο το δυνατό γρηγορότερα μπροστά του. Ήξερε πως αυτό το ανόητο παιχνίδι θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα αφού κανένα από τα δύο αντιπαθέστατα πλάσματα δεν θα έκανε πίσω. Το πείσμα τους ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσαν να μείνουν ασάλευτοι για πάντα.
Το ολόγιομο φεγγάρι καθρεφτίζονταν στην απέραντη θάλασσα και οι κορυφές των κυμάτων χρωματίζονταν με το ασημένιο του φως. Παράλληλα με τη πορεία της βάρκας οι γοργόνες τσαλαβουτούσαν και χάνονταν στο νερό σαν παιχνιδιάρικα δελφίνια που τα είχε μαγέψει το φεγγάρι. Κι ένα παράξενο τραγούδι ακούγονταν διακεκομμένο από τα στόματά τους όποτε εμφανίζονταν στην επιφάνεια, στον αέρα και μέχρι να ξαναχαθούν κάτω από τα ασημένια κύματα της Θάλασσας. Και τότε ήταν που ο καπετάνιος διέταξε τους έξι ναυτικούς του να παρατήσουν τα κουπιά και να βουλώσουν τα αυτιά τους για να μπορέσει να φωνάξει με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του: "Σε χρειάζομαι Πίτερ! Μη με αφήνεις μόνο μου σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο των ονείρων! Έλα και πάλι πίσω!". Και τότε ήταν που ακούστηκε το γέλιο του Πήτερ Παν. Κι αμέσως μετά η φωνή της Τίνκερμπελ να λέει: "Έχασες Πίτερ! Έχασες!".
"Βρομόπαιδο... πόσο πιο χαμηλά θα πέσω ακόμη;..."
"Ααααχααααχαααχααα.... Κι εγώ σε αγαπώ Χουουκ!"
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Ξύλινο κουκλοθέατρο



Πολύ πριν αρχίσουν να στήνονται τα σκηνικά του θιάσου στις πλατείες, οι θεατές επέσπευδαν να πιάσουν την καλύτερη θέση κοντά στο σημείο της εξέδρας. Από το μεσημέρι κι έπειτα λοιπόν ήταν σχεδόν αδύνατο να προσεγγίσει κάποιος τον χώρο κοντά στην εξέδρα σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων.
Πολλοί μάλιστα ανέβαιναν στα δέντρα για να βλέπουν καλύτερα και όσοι έμεναν αρκετά πίσω έψαχναν τους πιο γεροδεμένους άντρες ή φρόντιζαν να κλείσουν συμφωνίες από τις προηγούμενες ημέρες με εκείνους για να δουν τη παράσταση ανεβασμένοι στους ώμους τους, με το αζημίωτο, παρόλο που ήταν σχεδόν βέβαιο πως οι ήχοι δεν θα έφταναν μέχρι το μέρος το δικό τους.
Η φόρτιση του κόσμου κατά την αναμονή, μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση, ήταν τόσο μεγάλη ώστε αρκετοί έχαναν τις αισθήσεις τους ενώ άλλοι ξεσπούσαν σε κλάματα για να εκτονώσουν την αγωνία και την έντασή τους.
Ο χρόνος της αναμονής είχε διαφορετικό βάρος απ' όλες τις υπόλοιπες ώρες της καθημερινότητάς τους, τόσο αβάσταχτο βάρος που σχεδόν τους έκοβε την ανάσα.
Μα όπως συνηθίζεται εις τους αιώνες των αιώνων η νύχτα έρχονταν και το σκοτάδι απλώνονταν επάνω από τα κεφάλια, γύρω και παντού, μαζί με τη μαγεία και ότι άλλο κουβαλάει αυτή μαζί της.
Και δίνονταν το σύνθημα για να σβήσουν οι φωτιές από τα πελώρια φανάρια που είχανε κρεμαστεί για την περίσταση από ψηλούς ξύλινους στύλους.
Κι ακολουθούσαν τότε οι ιερότερες στιγμές, επισφραγίζονταν απ' την απόλυτη σιωπή μέχρι ν' ανοίξουν οι κουρτίνες, μέχρι να εμφανιστεί ο βασιλιάς επάνω στην εξέδρα.
Όχι πως στη συνέχεια η σιωπή θα θρυμματίζονταν από κάτι. Απλώς ένα χαμηλόφωνο επιφώνημα θαυμασμού, μόνο για μια στιγμή, ότι λιγότερο μπορούσε να ξεφύγει από την φόρτιση του πλήθους.
Και όσα είχανε προηγηθεί δικαιώνονταν πια από μία αληθινή ιστορία που άρχιζε να ξεδιπλώνεται μπροστά από τα αχόρταγα μάτια των θεατών, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας...
της ιστορίας που έλεγε για κάποιον εξόριστο βασιλιά, την όμορφη βασίλισσα και τους πιστούς συντρόφους.
Αυτοί που αφηγούνταν τώρα πια, σε πλατείες μακρινών χωρών, επάνω σε ξύλινες εξέδρες, τη θλιβερή τους ιστορία.
Με φωτεινά χαμόγελα στα πρόσωπα για να ξορκίζουν το κακό κι ότι άλλο τους κυνηγούσε.


Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Μία διαφορετική βάση κρασιού



- Μπορείς να με σηκώσεις ψηλά, να νιώσω ότι πετάω; Πόσο ζηλεύω τα πουλιά!
- Μπορώ, είπε το κορδόνι χαμηλόφωνα και δάκρυσε με τον τρόπο που δακρύζουν τα λευκά κορδόνια.
Σε λίγο, το ολόγιομο φεγγάρι θα ανέβαινε στον ουρανό. Και κάθε φορά, τέτοια νύχτα που το ολόγιομο φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό, το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού γέμιζε τα ποτήρια και απλώνονταν στα χαμόγελα του ερωτευμένου ζευγαριού που ζούσε σε αυτό το σπίτι.
- Τι όμορφα που είναι εδώ πάνω! Πόσο διαφορετικά φαίνονται όλα! Πόσο πιο ελαφρύ νιώθω πια...
Ξημερώνει...

Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Ξύλινη πίτσα



Πολύ νόστιμη η πίτσα μας. Γλουγκ... Την έφτιαξαν τα παιδιά με τα καλύτερα υλικά της αγοράς αλλά και με πολύ φαντασία. Γλουγκ... Αφού την έψησαν στους εκατόν ογδόντα βαθμούς για μισή ώρα, γλουγκ... την έκοψαν σε τριγωνικά κομμάτια. Η γεύση της ήταν μοναδική... δε θα μπορούσε άλλωστε να ήταν διαφορετική... Γλουγκ...
Μόνο που στο δικό μου το κομμάτι είχε πέσει λίγο παραπάνω φαντασία κι από τότε γλουγκ... διαρκώς όλοι τους με τρομάζουν γιατί γλουγκ... μ' έπιασε ένας αστείος λόξιγκας που δε μου κάνει το χατίρι να σταματήσει. Γλουγκ... Και βρήκαν όλοι τους την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα μαζί μου με τα μπαμ και τα μπουμ τους. Δήθεν για να με βοηθήσουν να περάσει αυτός ο αστείος ο λόξιγκας. Γλουγκ...
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Επιτραπέζια παιχνίδια. Ναυμαχία



Η μεγαλύτερη ναυμαχία όλων των εποχών σχεδιάστηκε για να πραγματοποιηθεί στο μπαλκόνι του παππού ένα ανοιξιάτικο πρωινό, καταμεσής των ζωηρών χρωμάτων της φύσης που καθρεφτίζονταν στα ηλιοκαμένα κι αλατοδαρμένα πρόσωπα των μοβόρων ναυτικών, στις κουπαστές των πλοίων, σε αντίθεση με τα σκοτεινά κι άχρωμα πρόσωπα όλων των άλλων που καιροφυλακτούσαν στοιβαγμένοι στα αμπάρια για το σινιάλο.
Η ναυτική δύναμη με επικεφαλή τον τρομερό Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον παρέταξε το στόλο από τη μία πλευρά των στενών του Πεζουλιού και αριθμούσε 341 γαλέρες, 42 φρεγάτες και 18 μεταφορικά πλοία ενώ από την άλλη, ο στόλος της πανούργας καπετάνισσας Εγγαρές-Μαρί-Μαρί-Στοχαπεί αριθμούσε 339 γαλέρες, 44 φρεγάτες και 19 μεταφορικά.
Το Τσιγγάνικο αίμα της καπετάνισσας έβραζε και τα μάτια της πετούσανε φλόγες ενώ ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον, δεμένος από το κεντρικό κατάρτι του πλοίου του με το χοντρότερο μάλλινο σχοινί που του είχαν περάσει σφιχτά από γύρω του τα προτωπαλίκαρά του, τραγουδούσε τον ύμνο των πειρατών τον οποίο είχε αποστηθίσει από τους παππούδες του όταν, μωρό στη κούνια, τον έπαιρναν τα βράδια μαζί τους στα καπηλειά κι έπειτα, κοντά στα ξημερώματα, που πήγαιναν να ξεθάψουν τα σεντούκια με τους θησαυρούς για να κυλιστούν μεθυσμένοι ανάμεσά τους τραγουδώντας τον ύμνο των πειρατών με τις βροντερές φωνές που έφταναν έως τα βάθη του άλλου κόσμου.
Κανένας δεν τόλμαγε να ρωτήσει τον λόγο που έβαζε τα πρωτοπαλίκαρά του να τον δέσουν. Ούτε και τα ίδια τα πρωτοπαλίκαρά του. Οι περισσότεροι από αυτούς που γνώριζαν τον λόγο είχανε χαθεί στις μάχες και οι άλλοι τον είχανε ξεχάσει μαζί με όλα όσα ήξεραν, από το πολύ ρούμι -ωκεανούς- που τους είχε κάψει τα μυαλά.
Μόνο ο Γουίλυ ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, όταν απ' τη βάρ-δια του τη βρά-δυνή σκολούσε, αναπολούσε τα παλιά και μαζί με αυτά, ό,τι δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να θυμάται κανένας πια: τότε που με τα ίδια του τα μάτια είχε δει τον καπετάνιο, πριν η μάχη ξεκινήσει, να βουτάει στα μανιασμένα κύματα του ωκεανού με το μαχαίρι του στα δόντια και να κολυμπά μέχρι το στόλο του εχθρού για να τον εξολοθρεύσει μόνος.
Όλοι τότε πίστεψαν πως χάθηκε για πάντα. Μα όταν μετά από χρόνια ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί τον είδε να εμφανίζεται μέσα από την ομίχλη, πίστεψε σε αυτό που κάποιοι ταξιδιώτες είχανε ονομάσει "Θεό". "Αν του ζητήσεις κάτι από τη καρδιά σου θα σου το δώσει" του είχανε πει κι εκείνος γέλασε τρανταχτά πριν τους κόψει τα κεφάλια.
Ένα βράδυ πεσμένος με το κεφάλι ανάμεσα από κάποια βράχια, χωρίς να καταλάβει το πως και το γιατί, ψέλλισε τον πόθο του σε αυτόν που εκείνοι οι ξένοι είχανε ονομάσει "Θεό"! Και πριν προλάβει να βγάλει από μέσα του τη τελευταία σταγόνα ρούμι για να πάει να ξανασυνεχίσει, είδε να ξεπροβάλει μέσα από την ομίχλη ο αγαπημένος του καπετάνιος. "Καπετάνιοοο" πρόλαβε να ξεφωνίσει ξεψυχισμένα πριν ξεραθεί λιπόθυμος στο χώμα...
Όμως μ' αυτά κι αυτά η ώρα είχε περάσει και η μαμά φώναξε από μέσα ότι το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.
"Αααα λίγο ακόμη"... είπε δυσανασχετισμένος ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον.
"Δε προλάβαμε ούτε καν να ξεκινήσουμε με τη φλυαρία που έπιασε τον μπαμπά"... παραπονέθηκε η Εγγαρές-Μαρί-Μαρί-Στοχαπεί. Αλλά η μαμά δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
"Γρήγορα όλοι μέσα. Ο παππούς και η γιαγιά περιμένουν. Συνεχίζετε αργότερα το παιχνίδι και τις ιστορίες σας".
"Ναι καλά"... μουρμούρισε ο Χουάν-Κρίστο-Τελοσπάντον κι άρχισε να μαζεύει τα πιόνια στη ξύλινη κασέλα.
Δείτε το επιτραπέζιο παιχνίδι "Ναυμαχία" στο e-shop του Carousel
Σας ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας. Εάν μοιραζόσασταν αυτή την ανάρτηση και με άλλους θα επιβραβεύατε την προσπάθειά μας.